[Azınlıkça – Sayı 39. Ağustos 2008]
Οι μη μουσουλμάνοι από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας αντιμετωπίζουν διάφορες διακρίσεις. Βλέπουμε ότι αυτοί που διώχτηκαν από το κράτος και έχασαν την υπηκοότητα τους στην περίοδο του μονοκομματισμού, ήταν αυτοί των οποίων η ταυτότητα εκτός από την θρησκεία τους ανέγραφε και την εθνικότητά τους. Άξιο προσοχής ήταν το γεγονός ότι οι περισσότερες δίκες για την προσβολή του τουρκισμού αφορούσαν σε μη μουσουλμάνους.
Ο κανονισμός του 1926 για τους δημοσίους υπαλλήλους προέβλεπε: «για να είναι κάποιος δημόσιος υπάλληλος, πρέπει να είναι Τούρκος». Στον νόμο αυτό, παρόλο που τροποποιήθηκε με το νόμο υπό αριθμό 657 του 1965, δεν συναντάμε μη μουσουλμάνους υπαλλήλους παρά μόνο καθηγητές πανεπιστημίου.
Το άρθρο 16 του νόμου 1587 δεν επιτρέπει οι μουσουλμάνοι να δίνουν στα παιδιά τους ότι όνομα επιθυμούν. Το άρθρο αυτό λέει: « δεν μπορούν να δοθούν ονόματα που δεν ταιριάζουν ή είναι αντίθετα στην εθνική κουλτούρα, στα ήθη και τα έθιμά μας».
Το εκπαιδευτικό σύστημα απαλλάσσοντας τα παιδιά των μη μουσουλμάνων από το μάθημα των θρησκευτικών και ηθικής, πάλι έκανε διάκριση. Αυτή η ισχύουσα κατάσταση που επικρατούσε από το 12 Σεπτεμβρίου 1980, καθιερώθηκε επίσημα το 1987 από την Επιτροπή Επιμόρφωσης και Εκπαίδευσης. Στην κοινή γνώμη λέγεται ότι στο μάθημα των θρησκευτικών διδάσκονται όλες οι θρησκείες και ότι στο θέμα αυτό δεν υπήρχε μια άλλη εφαρμογή. Εάν το μάθημα των θρησκευτικών διδασκόταν για να δώσει γενικές πληροφορίες για όλες τις θρησκείες και δεν γινόταν βάσει μια θρησκείας ή ενός δόγματος, τότε γιατί γινόταν αυτή η διάκριση για τους μη μουσουλμάνους μαθητές; Αυτό πρέπει να εξηγηθεί. Επίσης είναι γνωστό ότι υπήρχαν αρνητικές αναφορές όσον αφορά τα πιστεύω των μη μουσουλμάνων στα σχολικά βιβλία.
Επίσης καταλαβαίνουμε ότι η σχέση των μη μουσουλμάνων με το κράτος περνούσε μέσα από άλλα κανάλια. Υπήρχε στη Γενική Διεύθυνση Αστυνομίας ένα Τμήμα Μειονοτήτων που παρακολουθούσε τους μη μουσουλμάνους. Το 1965 ιδρύθηκε μια Επιτροπή Μειονοτήτων με σκοπό την εσωτερική ασφάλεια των μειονοτήτων, η οποία καταργήθηκε το 2004 και ιδρύθηκε η Επιτροπή Αξιολόγησης Μειονοτικών Προβλημάτων. Τα βακούφια των μη μουσουλμάνων, στο νομοσχέδιο βακουφείων ονομάστηκαν «κοινοτικά βακούφια» και η λειτουργία τους υπάγεται σε άλλους κανονισμούς. Εδώ από την ονομασία «κοινοτικό» δεν εννοείται μουσουλμανικό. Δηλαδή νομικά στην Τουρκία δεν υπάρχει «μουσουλμανικό βακούφι», αλλά υπάρχουν κοινοτικά βακούφια που διαχειρίζονται από τους μη μουσουλμάνους. Συνεπώς υπάρχει μόνο ένα είδος βακουφίων που αφορά τους μη μουσουλμάνους. Από όλα αυτά βλέπουμε πως οι σχέσεις των μη μουσουλμάνων με το κράτος περνούσαν μέσα από διαφορετικά κανάλια.
Υπάρχουν αποφάσεις που φανερώνουν ότι πολλές φορές τα δικαστήρια στην Τουρκία αποκάλεσαν «ψεύτες» τους μη μουσουλμάνους. Το άρθρο 5 του καταστατικού για την προστασία από τα σαμποτάζ που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της κυβερνήσεως με ημερομηνία 28/12/1988, περιέχει μεταξύ αυτών τα άτομα που μπορούν να κάνουν σαμποτάζ και τους Τούρκους υπηκόους ξένης εθνικότητας.
Η θρησκευτική σχολή της Αρμένικης κοινότητας καταργήθηκε το 1968 και της Ρωμαίικης κοινότητας το 1971. Για τις λειτουργίες, οι μη μουσουλμάνοι δεν μπορούν να εκπαιδεύσουν τους κληρικούς τους εντός της χώρας όπου ζουν αλλά στο εξωτερικό.
Στην Τουρκία η αλλαγή θρησκείας δεν εξαρτάται από τον ενδιαφερόμενο αλλά χρειάζεται η έγκριση της ενορίας όπου ανήκει. Δηλαδή, δεν φτάνει κανείς μόνο να πει «έγινα πια ορθόδοξος χριστιανός» αλλά πρέπει να το εγκρίνει ο αρμόδιος θρησκευτικός φορέας. Συνεπώς εδώ ισχύει αυτό που θα πει ο θρησκευτικός ηγέτης και όχι η προσωπική επιλογή όπως τονίζεται συνεχώς μέσα στα πλαίσια του κοσμικού κράτους. Ένας κοσμικό κράτος μπορεί να το ζητήσει αυτό από τον πολίτη του.
Εάν κάνουμε περίληψη όλων αυτών που αναφέραμε παραπάνω, παρατηρούμε ότι, όπως λέει και ο κ. Ετιέν Μαχτζουπιάν, ο μη μουσουλμανισμός στην Τουρκία έχει μετατραπεί σε πολίτη χωρίς υπηκοότητα.
Στις εκδηλώσεις που έγιναν το 1999 για τα 700 χρόνια από την ίδρυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και μέσα σε ατμόσφαιρα καταδίκης της Τουρκίας για τα γεγονότα του 1915 σε διεθνές επίπεδο, αναπτύχθηκε η έννοια της ανεκτικότητας και της κουλτούρα μιας κοινής συμβίωσης. Αυτή η αναφορά που δεν συνάδει και ακριβώς με την οθωμανική πραγματικότητα, χρησιμοποιήθηκε και ακόμη χρησιμοποιείται στα πλαίσια των δραστηριοτήτων των λόμπι. Στην οθωμανική αυτοκρατορία ενώ είναι γνωστό ότι, οι κοινότητες ζούσαν σε διαφορετικές συνοικίες, δεν παντρευόντουσαν π.χ. έξω από αυτές, οι μουσουλμάνοι ήταν ανώτεροι από τους μη μουσουλμάνους, δεν ήταν ποτέ ίσοι και πως γενικώς οι μη μουσουλμάνοι αντιμετώπιζαν στην καθημερινότητά τους πολλά προβλήματα, όλα αυτά παραβλέπονται.
Όμως οι διακρίσεις σήμερα σε βάρος των μη μουσουλμάνων, αλλοιώνουν αυτό τον μύθο που υπάρχει περί ανεκτικότητας και κοινής συμβίωσης. Όλα αυτά εμποδίζουν τους μη μουσουλμάνους να γίνουν ισότιμοι πολίτες, τους περιορίζουν μέσα στην κοινότητά τους.
Επίσης, ο επίσημος θρησκευτικός προσδιορισμός των μειονοτήτων από το κράτος αποτελεί μια ένδειξη πως το κράτος δεν είναι κοσμικό. Ήδη σήμερα ο προσδιορισμός των μειονοτήτων γίνεται βάσει της θρησκείας τους πράγμα που δεν αρμόζει με την θεωρεία της κοσμικότητας.
Παρόλο που διδάσκεται στα σχολικά βιβλία πως κοσμικότητα σημαίνει κοινό έθνος, κοινή γλώσσα, ένα κοινό παρελθόν και μέλλον, από όλες τις εφαρμογές προκύπτει ότι, το κριτήριο για να γίνει κανείς μέλος του έθνους περνάει από τον «μουσουλμανισμό». Δεν γίνεται κάποιος να έχει ίσα δικαιώματα, όταν δεν προέρχεται από την μουσουλμανική θρησκεία και δεν έχει τουρκική καταγωγή. Όπως φαίνεται και στο παράδειγμα που έδωσε ο πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Yuzuncu Yil, το τίμημα επειδή κάποιοι πολίτες είχαν διαφορετική εθνικότητα συνεχίζει να υπάρχει ακόμη και μετά από εκατό χρόνια σε μια κοσμική χώρα.
Έτσι η Τουρκία συνεχίζει να αποτελεί ένα ιδιαίτερο παράδειγμα με τον (δήθεν) «κοσμικό» χαρακτήρα που έχει δηλαδή, έναντι όλων των πολιτών να είναι «μουσουλμανική» και έναντι όλων των μουσουλμάνων να είναι «Σουννί - Χανεφί».



